συνοστεώνομαι

συνοστεώνομαι
Ν
υφίσταμαι συνοστέωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητικό παρ. τού ουσ. συνοστέωση (πρβλ. το αντίστοιχο αγγλ. ρ. synostose < synost[e]osis). Το ρ., στον λόγιο τ. τού απρμφ. συνοστεοῦσθαι, μαρτυρείται από το 1887 στον Λουκά Παπαϊωάννου].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”